Ο ρόλος του πρωθυπουργού δεν είναι γενικός και αυτοπροσδιοριζόμενος. Βάσει του Συντάγματος ορίζεται ρητώς από τον νόμο 1558/1985, ο οποίος του παρέχει τις αναγκαίες αρμοδιότητες για να ανταποκριθεί στην αποστολή του. Αυτονόητο είναι πως οι εξουσίες αυτές προσδιορίζουν και την προσωπική του ευθύνη σε περίπτωση δυσλειτουργίας και ελλειμματικού έργου της κυβερνήσεως. Κατά τον νόμο, λοιπόν, οι βασικές αρμοδιότητες του πρωθυπουργού είναι «να εξασφαλίζει την ενότητα της κυβερνήσεως, να κατευθύνει τις ενέργειές της, να προσδιορίζει επακριβώς την κυβερνητική πολιτική, να συντονίζει την εφαρμογή της και να επιλύει τις διαφορές ανάμεσα στους υπουργούς». Με άλλους λόγους, το «εγώ απλώς προεδρεύω», που είπε κάποτε ο πατέρας του σημερινού πρωθυπουργού, ουδόλως ισχύει και είναι απαράδεκτο. Αλλωστε, σε εφαρμογή της θεωρίας αυτής ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ επενέβαινε, έστω κατόπιν εορτής, παύοντας ακόμη και «εν πτήσει» διαφωνούντας υπουργούς. Επίσης κατέφευγε σε αιφνίδιους ανασχηματισμούς, η συχνότητα των οποίων ήταν -κατά μέσον όρο- ανά εξάμηνο, στη διάρκεια των πρωθυπουργιών του.
Ο κ. Γ. Παπανδρέου δεν πράττει ούτε αυτό. Η έννοια του συντονίζω (δηλαδή οργανώνω, ρυθμίζω, διευθύνω) είναι σχεδόν ανύπαρκτη στην εικόνα της κυβερνήσεώς του. Η πορεία της χώρας δείχνει να έχει αφεθεί στην κηδεμονία της τρόικας. Οι δε υπουργοί μοιάζουν με δέσμιους κωπηλάτες σε ρωμαϊκή γαλέρα. Κωπηλατούν εντατικά όταν τους αγγίζει το μαστίγιο, οι δε υπόλοιποι κρατούν ακίνητα τα κουπιά, σε ένδειξη διαμαρτυρίας και αντιστάσεως, όταν ο άγριος επιτηρητής βρίσκεται ακόμη κάπως μακριά τους. Η παρομοίωση δεν είναι υπερβολική ούτε άδικη. Θυμόμαστε όλοι ότι ο κ. Παπανδρέου επαγγέλθηκε προεκλογικά «δημόσια διαβούλευση» και «συμμετοχική δημοκρατία», ως κορύφωση της αρχής περί λαϊκής κυριαρχίας.
















